Άρθρο γνώμης
Υπάρχει μια πλατεία στο κέντρο της Αθήνας που δεν λέγεται επίσημα έτσι εδώ και 36 χρόνια, αλλά κανείς δεν σταμάτησε να τη φωνάζει με το παλιό της όνομα: Κλαυθμώνος. Το 1878 ο δημοσιογράφος Δημήτριος Καμπούρογλου κάθισε σε ένα καφενείο δίπλα στο τότε Υπουργείο Οικονομικών και είδε κάτι που δεν ξεχάστηκε: δεκάδες απολυμένους δημοσίους υπαλλήλους να κλαίνε στον κήπο, γιατί μόλις είχε αλλάξει κυβέρνηση και η νέα εξουσία έδιωχνε όσους είχε προσλάβει η προηγούμενη, για να βολέψει τους δικούς της ψηφοφόρους. Τους έλεγαν «Παυσανίες» — από την «παύση». Δεν υπήρχε μονιμότητα. Υπήρχε μόνο ο φόβος της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης.
Αυτή η εικόνα δεν είναι λογοτεχνικό στολίδι. Είναι ο λόγος που, το 1911, ο Ελευθέριος Βενιζέλος αποφάσισε να βάλει τη μονιμότητα μέσα στο ίδιο το Σύνταγμα και όχι απλώς σε έναν νόμο που η κάθε κυβέρνηση θα μπορούσε να αλλάξει μόλις έβρισκε πλειοψηφία. Ο στόχος δεν ήταν να χαριστεί ένα προνόμιο σε κάποιους τυχερούς. Ήταν να σταματήσει το κράτος να λειτουργεί σαν λάφυρο. Σήμερα, 115 χρόνια μετά, συζητάμε ξανά για το ίδιο ακριβώς άρθρο — το 103 — και αξίζει να αναρωτηθούμε αν θυμόμαστε γιατί χτίστηκε πριν αποφασίσουμε να το ξαναχτίσουμε από την αρχή.
Το επιχείρημα της κυβέρνησης δεν είναι παράλογο
Ας είμαστε δίκαιοι: το επιχείρημα ότι η μονιμότητα έχει, στην πράξη, καλύψει και ανεπάρκεια, αδράνεια και έλλειψη λογοδοσίας, δεν είναι κατασκευασμένο από το πουθενά. Όποιος έχει περάσει από δημόσια υπηρεσία γνωρίζει καλά ότι η σχεδόν απόλυτη ασφάλεια της θέσης έχει λειτουργήσει, σε αρκετές περιπτώσεις, ως άλλοθι για τη μη απόδοση. Η σύνδεση της παραμονής στη θέση με ουσιαστική αξιολόγηση δεν είναι εγγενώς λανθασμένη ιδέα, και κανένα σοβαρό κράτος δεν μπορεί να λειτουργεί χωρίς μηχανισμούς λογοδοσίας των υπαλλήλων του.
Το πρόβλημα δεν είναι λοιπόν η αρχή της αξιολόγησης. Το πρόβλημα είναι το εργαλείο που επιλέγεται για να την επιβάλει, και οι κίνδυνοι που αυτό το εργαλείο κουβαλάει μέσα του.
Οι κίνδυνοι που δεν πρέπει να υποτιμηθούν
Πρώτον, ο κίνδυνος της επαναπολιτικοποίησης. Η μονιμότητα δεν κατοχυρώθηκε για να προστατέψει τεμπέληδες. Κατοχυρώθηκε για να προστατέψει τον υπάλληλο από τον εκάστοτε πολιτικό προϊστάμενό του. Αν η απόλυση συνδεθεί με «αξιολόγηση» που ελέγχεται τελικά από πολιτικά διορισμένους προϊσταμένους, χωρίς ισχυρές θεσμικές αντιστάθμισες, το ρίσκο δεν είναι θεωρητικό: είναι να ξαναδούμε, με πιο σύγχρονο μανδύα, την ίδια λογική των «Παυσανιών» του 1878 — μόνο που τώρα η απόλυση δεν θα λέγεται «αλλαγή κυβέρνησης», θα λέγεται «ανεπαρκής απόδοση».
Δεύτερον, ο κίνδυνος για την ανεξαρτησία της κρίσης. Ένας δημόσιος υπάλληλος που ξέρει ότι η θέση του εξαρτάται από την ευμένεια του πολιτικού του προϊσταμένου σκέφτεται δύο φορές πριν πει «όχι» σε μια παράνομη ή αμφισβητούμενη εντολή. Η μονιμότητα δεν προστατεύει μόνο τον υπάλληλο· προστατεύει έμμεσα και τον πολίτη, γιατί κρατά τη Διοίκηση ικανή να αντιστέκεται σε αυθαιρεσίες. Η αποδυνάμωσή της είναι, εν δυνάμει, αποδυνάμωση ενός αντιστάθμισμα στην εξουσία.
Τρίτον, ο κίνδυνος της ασάφειας. Η κυβερνητική πρόταση παραπέμπει σε μεγάλο βαθμό στον κοινό νομοθέτη τον καθορισμό του τι σημαίνει «ανεπάρκεια» και πώς αποδεικνύεται. Αυτό σημαίνει ότι το πραγματικό περιεχόμενο της αλλαγής δεν θα το κρίνει η σημερινή συζήτηση, αλλά οι νόμοι που θα ψηφίσει όποια κυβέρνηση προκύψει μετά τις εκλογές. Ένα Σύνταγμα που ανοίγει μια πόρτα χωρίς να ορίζει με σαφήνεια τι βρίσκεται πίσω της, αφήνει τεράστιο περιθώριο η πόρτα αυτή να χρησιμοποιηθεί διαφορετικά από όσο υπόσχεται σήμερα ο εισηγητής της.
Τέταρτον, ο κίνδυνος για τη θεσμική μνήμη. Ένα κράτος με έντονη εναλλαγή προσωπικού σε βασικές θέσεις χάνει κάτι πολύτιμο: την τεχνική τεχνογνωσία που δεν αντικαθίσταται εύκολα, ειδικά σε δύσκολους τομείς όπως η φορολογική διοίκηση, η δικαιοσύνη ή η δημόσια υγεία. Η αστάθεια δεν παράγει πάντα αποτελεσματικότητα· συχνά παράγει το αντίθετο.
Πέμπτον, ένας νομικός κίνδυνος που συχνά παραβλέπεται. Ορισμένοι συνταγματολόγοι υποστηρίζουν ότι η μονιμότητα συνδέεται στενά με τη θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου και της πολιτικής ουδετερότητας της δημόσιας διοίκησης. Αν αυτή η ερμηνεία γίνει δεκτή, τότε μια “πλήρης” κατάργηση της μονιμότητας ίσως να προκαλέσει σοβαρές συνταγματικές αμφισβητήσεις.
Αν αυτό ισχύει, τότε μια «πλήρης» κατάργηση της μονιμότητας ίσως να μην είναι καν συνταγματικά εφικτή — κάτι που, αν αγνοηθεί, ανοίγει τον δρόμο για μακρόχρονες δικαστικές αμφισβητήσεις κάθε απόλυσης που θα βασίζεται στο νέο καθεστώς.
Το ερώτημα που πρέπει να μπει στο τραπέζι
Η ερώτηση δεν είναι «μονιμότητα ναι ή όχι» με απόλυτους όρους. Είναι: μπορούμε να έχουμε ουσιαστική αξιολόγηση χωρίς να ξηλώσουμε τη θεσμική προστασία που εμποδίζει την πολιτική εκδίκηση; Πολλά ευρωπαϊκά κράτη έχουν αυστηρή αξιολόγηση δημοσίων υπαλλήλων και ισχυρές διαδικαστικές εγγυήσεις — ανεξάρτητα πειθαρχικά όργανα, δικαίωμα ένστασης, διαφάνεια κριτηρίων — χωρίς να χρειάζεται να αγγίξουν τη συνταγματική κατοχύρωση της μονιμότητας. Το ζητούμενο δεν είναι λιγότερη προστασία, είναι καλύτερη αξιολόγηση μέσα στην προστασία.
Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, αλλά μας προειδοποιεί
Κανείς σοβαρός σήμερα δεν προτείνει επιστροφή στο καθεστώς του 1878. Όμως η ιστορία της πλατείας Κλαυθμώνος δεν είναι απλώς ένα γραφικό ανέκδοτο για τουριστικούς οδηγούς. Είναι υπενθύμιση ότι οι θεσμοί δεν φτιάχνονται τυχαία — φτιάχνονται συνήθως ως απάντηση σε συγκεκριμένα προβλήματα που κάποτε πλήγωσαν πραγματικούς ανθρώπους. Πριν αποφασίσουμε να ξηλώσουμε έναν θεσμό 115 ετών, οφείλουμε τουλάχιστον να είμαστε σίγουροι ότι δεν ανοίγουμε ξανά, με νέα ονόματα, την ίδια πόρτα που έκλεισε ο Βενιζέλος.
Η συζήτηση για την αξιολόγηση στο Δημόσιο είναι αναγκαία και δεν πρέπει να αποφεύγεται με το πρόσχημα του «ιερού και απαραβίαστου» χαρακτήρα κάθε συνταγματικής διάταξης. Αλλά η βιασύνη, η ασάφεια στο πώς θα εφαρμοστεί, και η μεταφορά κρίσιμων αποφάσεων σε μελλοντικούς νομοθέτες χωρίς σαφή όρια, είναι ακριβώς οι συνθήκες κάτω από τις οποίες οι καλές προθέσεις γίνονται επικίνδυνα εργαλεία στα χέρια λιγότερο καλοπροαίρετων κυβερνήσεων.

