Η ανακοίνωση: Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο θα φιλοξενήσει εκπροσώπους από περισσότερες από 60 χώρες την επόμενη εβδομάδα σε σύνοδο κατά της τρομοκρατίας, εστιασμένη σε αυτό που η κυβέρνηση Τραμπ περιγράφει ως «αναζωπύρωση της διεθνικής πολιτικής εξτρεμιστικής δράσης, ιδίως βίαιων δικτύων της άκρας αριστεράς». Η συνάντηση, που αναμένεται στις 15-16 Ιουλίου στην Ουάσιγκτον, θα φέρει σε επαφή υπουργούς και ανώτερους αξιωματούχους από την Ευρώπη, την Ασία και το Δυτικό Ημισφαίριο για βελτίωση της ανταλλαγής πληροφοριών και της αστυνομικής συνεργασίας κατά της πολιτικά υποκινούμενης βίας.
Στο επίκεντρο: η Antifa
Το κύριο θέμα της συνόδου είναι η καταπολέμηση της antifa, ενός αποκεντρωμένου πολιτικού κινήματος που η κυβέρνηση Τραμπ έχει χαρακτηρίσει εγχώρια τρομοκρατική οργάνωση. Σημείωμα-«concept note» που στάλθηκε στους προσκεκλημένους και σε Αμερικανούς διπλωμάτες περιγράφει την εκδήλωση ως υπουργική σύνοδο για την «αναζωπύρωση της πολιτικής τρομοκρατίας», με σαφή έμφαση σε «ακροαριστερούς τρομοκράτες» οι οποίοι, σύμφωνα με το κείμενο, «στρέφονται ολοένα περισσότερο σε οργανωμένη, θανατηφόρα βία για την προώθηση των πολιτικών τους στόχων».
Η πρωτοβουλία εντάσσεται στη στρατηγική αντιτρομοκρατίας που παρουσίασε η κυβέρνηση τον Μάιο, η οποία δίνει προτεραιότητα στην αντιμετώπιση καρτέλ, συμμοριών και ισλαμιστικών οργανώσεων, αλλά αναφέρει ρητά ότι οι εθνικές αντιτρομοκρατικές δραστηριότητες θα δώσουν επίσης προτεραιότητα στην «ταχεία αναγνώριση και εξουδετέρωση βίαιων κοσμικών» εξτρεμιστικών δικτύων.
Αντιδράσεις και ανησυχίες
Η κίνηση έχει προκαλέσει προβληματισμό ανάμεσα σε υπηρεσιακούς και πολιτικούς αξιωματούχους των ΗΠΑ, ορισμένους Ευρωπαίους συμμάχους και ανεξάρτητους αναλυτές, οι οποίοι δεν συμμερίζονται την εκτίμηση της κυβέρνησης για το μέγεθος της απειλής. Ευρωπαίοι διπλωμάτες, μιλώντας ανώνυμα, δήλωσαν στη Washington Post πως δεν κατανοούν γιατί κλήθηκαν οι χώρες τους, με έναν να λέει χαρακτηριστικά ότι «δεν έχουμε antifa» και άλλον να μην βρίσκει «κανέναν λόγο» συμμετοχής.
Ειδικοί σε θέματα τρομοκρατίας αμφισβήτησαν επίσης την έμφαση της κυβέρνησης στην ακροαριστερή απειλή. Ο Μπρους Χόφμαν του Council on Foreign Relations δήλωσε ότι, αν έπρεπε να ιεραρχήσει προτεραιότητες, η ακροαριστερή τρομοκρατία δεν θα βρισκόταν στις τρεις πρώτες θέσεις, σημειώνοντας ότι μέχρι σήμερα έχει αποδειχθεί «λιγότερο θανατηφόρα» από άλλες μορφές τρομοκρατίας. Ο Κόλιν Κλαρκ, εκτελεστικός διευθυντής του Soufan Center, χαρακτήρισε την προσέγγιση «πολιτικοποίηση της πληροφόρησης», κρίνοντάς την επικίνδυνη επειδή εστιάζει μόνο σε ένα κομμάτι της συνολικής απειλής.
Ορισμένοι αξιωματούχοι ΗΠΑ εξέφρασαν φόβο ότι η πρωτοβουλία αποτελεί προσπάθεια της κυβέρνησης να χρησιμοποιήσει ισχυρά αντιτρομοκρατικά εργαλεία εναντίον Αμερικανών ακτιβιστών που θεωρεί ακροαριστερούς εξτρεμιστές — μια ανησυχία που εντείνεται από το γεγονός ότι ορισμένοι αναλυτές πληροφοριών έχουν αρνηθεί να ενημερώσουν για την antifa σε διυπηρεσιακές συναντήσεις, καθώς δεν τη θεωρούν σοβαρή αντιτρομοκρατική απειλή. Κάποιοι αξιωματούχοι του υπουργείου Δικαιοσύνης και του Γραφείου Νομικού Συμβούλου του Λευκού Οίκου εξέφρασαν ανησυχίες, ενώ ορισμένοι αποφάσισαν να μην παραστούν καθόλου στη σύνοδο.
Το ζήτημα του χαρακτηρισμού «ξένης τρομοκρατικής οργάνωσης»
Ο επικεφαλής αντιτρομοκρατικής στρατηγικής της κυβέρνησης, Σεμπάστιαν Γκόρκα, έχει συζητήσει με συναδέλφους το ενδεχόμενο χαρακτηρισμού της antifa ως «ξένης τρομοκρατικής οργάνωσης», κάτι που θα μπορούσε να «ξεκλειδώσει» συγκεκριμένα ερευνητικά εργαλεία εναντίον Αμερικανών με δεσμούς με το κίνημα. Ο αναπληρωτής επικεφαλής του προσωπικού του Λευκού Οίκου, Στίβεν Μίλερ, έχει επίσης εκφράσει ενθουσιασμό για σκληρή γραμμή απέναντι σε ακροαριστερούς εξτρεμιστές.
Ωστόσο, ειδικοί επισημαίνουν ότι κάτι τέτοιο θα ήταν νομικά προβληματικό, καθώς το αμερικανικό δίκαιο απαιτεί μια οργάνωση να είναι αμιγώς ξένη για να λάβει τέτοιο χαρακτηρισμό. «Αν έχει σημαντική εγχώρια παρουσία, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι», εξήγησε ο Τζέισον Μπλαζάκις, πρώην επικεφαλής της διαδικασίας χαρακτηρισμού τρομοκρατικών οργανώσεων στο State Department. Κάποιοι αξιωματούχοι προειδοποιούν επίσης ότι η δημιουργία τέτοιου προηγούμενου θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μελλοντικά από μια Δημοκρατική κυβέρνηση εναντίον συντηρητικών κινημάτων — ανησυχία που η ίδια η αντιτρομοκρατική στρατηγική της κυβέρνησης επιχειρεί να αποκρούσει, δηλώνοντας ρητά ότι «οι αντιτρομοκρατικές μας εξουσίες δεν θα χρησιμοποιηθούν εναντίον συμπολιτών μας που απλώς διαφωνούν μαζί μας».
Η θέση της κυβέρνησης
Ο εκπρόσωπος του State Department, Τόμι Πίγκοτ, υπερασπίστηκε τη σύνοδο, χαρακτηρίζοντας την ακροαριστερή πολιτική τρομοκρατία «παλιά απειλή που αναδύεται εκ νέου, με ισχυρούς διεθνικούς δεσμούς και νέες συγκλίσεις». Η κυβέρνηση επικαλείται πρόσφατες υποθέσεις, όπως τις μακρόχρονες ποινές φυλάκισης που επέβαλε πέρυσι το υπουργείο Δικαιοσύνης σε μέλη αυτού που οι εισαγγελείς περιέγραψαν ως «κύτταρο Antifa του Βόρειου Τέξας», υπεύθυνο για συντονισμένη επίθεση στο κέντρο κράτησης της ICE στο Alvarado του Τέξας τον Ιούλιο του 2025.
Η σύνοδος πραγματοποιείται σε μια περίοδο όπου, σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται η κυβέρνηση, οι ακροαριστερές τρομοκρατικές επιθέσεις ξεπέρασσαν σε αριθμό αυτές της άκρας δεξιάς το 2025 στις ΗΠΑ — δεδομένο που η κυβέρνηση προβάλλει ως αιτιολόγηση της νέας προτεραιότητας, ενώ επικριτές το αμφισβητούν ως υπερβολή του πραγματικού μεγέθους της απειλής.

