Οι υψηλότερες τιμές μπορούν να αυξήσουν τα ονομαστικά έσοδα από τον ΦΠΑ χωρίς να σημαίνει ότι αυξήθηκε αντίστοιχα η πραγματική κατανάλωση – Τι δείχνουν τα στοιχεία της Ελλάδας, ο ΟΟΣΑ και οι εμπειρίες Γαλλίας και Βρετανίας – Και γιατί ο πολύ υψηλός πληθωρισμός μπορεί τελικά να γυρίσει μπούμερανγκ για τα φορολογικά έσοδα
Η ακρίβεια έχει μια λιγότερο εμφανή συνέπεια για τα δημόσια οικονομικά: όταν αυξάνεται η τιμή ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας, αυξάνεται, με τον ίδιο συντελεστή ΦΠΑ, και το ποσό του φόρου που αντιστοιχεί στη συναλλαγή.
Αυτό σημαίνει ότι ένα μέρος της αύξησης των φορολογικών εσόδων μπορεί να προέρχεται από την άνοδο των ονομαστικών τιμών και όχι αποκλειστικά από μεγαλύτερη πραγματική οικονομική δραστηριότητα.
Δεν σημαίνει ότι το κράτος προκαλεί σκόπιμα τον πληθωρισμό για να εισπράττει ΦΠΑ. Ούτε ότι όλα τα πρόσθετα φορολογικά έσοδα οφείλονται στην ακρίβεια. Πρόκειται, όμως, για έναν υπαρκτό οικονομικό μηχανισμό που έχει μελετηθεί διεθνώς.
Και τα σημερινά ελληνικά στοιχεία κάνουν το ζήτημα ιδιαίτερα ενδιαφέρον.
17,74 δισ. ευρώ από ΦΠΑ σε επτά μήνες
Σύμφωνα με τα οριστικά στοιχεία του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για την εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού, τα έσοδα από ΦΠΑ ανήλθαν σε 17,740 δισ. ευρώ στο επτάμηνο Ιανουαρίου–Ιουλίου 2026.
Εάν εξαιρεθούν τα 306 εκατ. ευρώ που συνδέονται με τον ΦΠΑ της παραχώρησης της Εγνατίας Οδού, τα έσοδα από ΦΠΑ ήταν 739 εκατ. ευρώ υψηλότερα από τον στόχο του προϋπολογισμού.
Την ίδια περίοδο, το πρωτογενές αποτέλεσμα του κρατικού προϋπολογισμού, σε τροποποιημένη ταμειακή βάση, διαμορφώθηκε σε πλεόνασμα 5,770 δισ. ευρώ, έναντι στόχου 4,417 δισ. ευρώ.
Οι δύο αριθμοί δεν πρέπει, όμως, να συγχέονται.
Το πρωτογενές πλεόνασμα δεν είναι «πλεόνασμα ΦΠΑ». Προκύπτει από το σύνολο των εσόδων και των πρωτογενών δαπανών του προϋπολογισμού. Επίσης, η υπέρβαση των εσόδων από ΦΠΑ δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην ακρίβεια.
Μάλιστα, το ίδιο το υπουργείο επισημαίνει ότι στο πρωτογενές αποτέλεσμα υπάρχουν επιδράσεις από ετεροχρονισμούς πληρωμών και μεταβιβάσεων, καθώς και από ειδικές συναλλαγές.
Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν ότι ο ΦΠΑ αποτελεί μια ιδιαίτερα σημαντική πηγή εσόδων σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές παραμένουν αυξημένες.
Πώς η ίδια κατανάλωση μπορεί να αποφέρει περισσότερο ΦΠΑ
Ο μηχανισμός είναι απλός.
Αν ένα προϊόν κοστίζει 100 ευρώ προ ΦΠΑ και ο συντελεστής είναι 24%, ο φόρος είναι 24 ευρώ.
Εάν η τιμή του ίδιου προϊόντος αυξηθεί στα 120 ευρώ, χωρίς να έχει αυξηθεί η ποσότητα που αγοράζεται, ο ΦΠΑ γίνεται 28,80 ευρώ.
Το κράτος εισπράττει 4,80 ευρώ περισσότερα από την ίδια μονάδα προϊόντος, επειδή αυξήθηκε η φορολογητέα αξία.
Αυτό δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα.
Ο ΟΟΣΑ έχει εξετάσει τη συμπεριφορά των φορολογικών εσόδων σε 38 χώρες για την περίοδο 1980–2021. Η μελέτη διαπιστώνει ότι ο ΦΠΑ παρουσιάζει μακροχρόνια και βραχυχρόνια φορολογική «buoyancy» πάνω από τη μονάδα. Η έννοια αυτή περιγράφει πόσο μεταβάλλονται τα ονομαστικά φορολογικά έσοδα σε σχέση με τη φορολογική βάση.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το αποτέλεσμα όταν εξετάζεται ειδικά ο πληθωρισμός.
Στο βασικό σενάριο της μελέτης, όπου ως υψηλότερος πληθωρισμός ορίζεται πληθωρισμός άνω του 2%, η βραχυχρόνια VAT buoyancy ήταν 1,105, έναντι 1,030 σε χαμηλότερο πληθωρισμό.
Στο πιο ακραίο σενάριο, με χαμηλό πληθωρισμό κάτω από 1% και υψηλό πάνω από 3%, η αντίστοιχη σχέση ήταν 1,379 έναντι 1,173.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αύξηση του πληθωρισμού προκαλεί αυτόματα αντίστοιχη αύξηση του ΦΠΑ. Δείχνει ότι, στα δεδομένα του ΟΟΣΑ, σε περιόδους υψηλότερου πληθωρισμού ο ΦΠΑ μπορεί να εμφανίζει ισχυρότερη βραχυχρόνια αύξηση των ονομαστικών εσόδων.
Τα περισσότερα ευρώ δεν σημαίνουν απαραίτητα μεγαλύτερο πραγματικό πλούτο
Εδώ βρίσκεται η ουσία.
Εάν αυξηθεί η τιμή των τροφίμων, της ενέργειας, των υπηρεσιών ή άλλων αγαθών, το κράτος μπορεί να εισπράξει περισσότερα ευρώ ΦΠΑ.
Αλλά την ίδια στιγμή:
- τα νοικοκυριά χρειάζονται περισσότερα ευρώ για τις ίδιες αγορές,
- οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος,
- το Δημόσιο χρειάζεται περισσότερα χρήματα για να αγοράσει τις ίδιες υπηρεσίες και αγαθά,
- και οι πραγματικοί μισθοί μπορεί να πιέζονται εάν οι αμοιβές δεν αυξάνονται όσο οι τιμές.
Επομένως, η αύξηση των ονομαστικών φορολογικών εσόδων δεν είναι από μόνη της μέτρο αύξησης του πραγματικού πλούτου της οικονομίας.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο έχει σημασία να εξετάζονται παράλληλα ο πληθωρισμός, το πραγματικό ΑΕΠ, η παραγωγικότητα και οι πραγματικοί μισθοί.
Η Ελλάδα δεν είναι οικονομία χωρίς ανάπτυξη
Τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επιτρέπουν την απλοποιημένη εικόνα ότι στην Ελλάδα «οι τιμές ανεβαίνουν ενώ η οικονομία δεν παράγει περισσότερο».
Ο ΟΟΣΑ προβλέπει ανάπτυξη 1,9% το 2026 και 2% το 2027.
Ταυτόχρονα, προβλέπει ότι ο πληθωρισμός θα ανέλθει στο 4,2% το 2026, πριν υποχωρήσει στο 2,6% το 2027. Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει επίσης ότι η ανάπτυξη στηρίζεται μεταξύ άλλων στην επενδυτική δραστηριότητα, την κατανάλωση, την απασχόληση και την αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης.
Άρα η σημερινή εικόνα δεν είναι στασιμοπληθωρισμός με την ιστορική έννοια.
Είναι μια οικονομία που αναπτύσσεται, αλλά ταυτόχρονα αντιμετωπίζει σημαντικές πληθωριστικές πιέσεις.
Και η παραγωγικότητα;
Και εδώ χρειάζεται προσοχή.
Ο ΟΟΣΑ αναγνωρίζει ότι η ελληνική οικονομία έχει παρουσιάσει πρόοδο μετά την κρίση και ότι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ έχει αρχίσει να συγκλίνει προς τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες του ΟΟΣΑ. Ταυτόχρονα, όμως, επισημαίνει ότι τα κέρδη παραγωγικότητας παραμένουν αδύναμα, ενώ το επενδυτικό κενό, παρότι μειώνεται, παραμένει σημαντικό.
Αυτό είναι διαφορετικό από το να πούμε ότι «η παραγωγικότητα δεν αυξάνεται».
Η σωστή διατύπωση είναι ότι η παραγωγικότητα βελτιώνεται, αλλά παραμένει ένα από τα βασικά διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας.
Η ιστορία έχει ένα ενδιαφέρον προηγούμενο: Γαλλία και Βρετανία
Η σημερινή Ελλάδα δεν μπορεί να ταυτιστεί με τις υπερπληθωριστικές περιπτώσεις της Αργεντινής, της Βραζιλίας ή του Ισραήλ.
Υπάρχουν, όμως, ιστορικά παραδείγματα από ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες που δείχνουν πώς μπορεί να λειτουργήσει ο συνδυασμός πληθωρισμού και δημοσιονομικών πιέσεων.
Στη Γαλλία της δεκαετίας του 1970, μετά την ύφεση του 1974–75, εφαρμόστηκαν επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές, μεταξύ άλλων μεταβιβάσεις σε κοινωνικές ομάδες, ενισχύσεις σε επιχειρήσεις, επιδοτούμενα δάνεια, κίνητρα επενδύσεων, αυξήσεις δημόσιων επενδύσεων και απασχόλησης.
Οι πολιτικές αυτές, μαζί με την κυκλική υποχώρηση των εσόδων, επιδείνωσαν σημαντικά τα δημοσιονομικά ισοζύγια το 1975 και το πρώτο μισό του 1976.
Το 1976, αντιμέτωπη με υψηλό πληθωρισμό και επιδείνωση του εξωτερικού ισοζυγίου, η γαλλική κυβέρνηση προχώρησε στο Plan Barre. Η δημοσιονομική προσαρμογή συνέβαλε στη μείωση του γενικού κυβερνητικού ελλείμματος από 2,7% του ΑΕΠ το 1975 σε 0,9% το 1977, κυρίως μέσω της σημαντικής αύξησης φόρων και ασφαλιστικών εισφορών.
Η ιστορική εμπειρία δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα ακολουθεί το ίδιο μοντέλο. Δείχνει, όμως, ότι η αύξηση των φορολογικών εσόδων μπορεί να βελτιώσει τα δημοσιονομικά μεγέθη ακόμη και σε ένα περιβάλλον υψηλών τιμών, χωρίς αυτό από μόνο του να λύνει τα διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση της Βρετανίας της δεκαετίας του 1970, η οποία αντιμετώπισε υψηλό πληθωρισμό, χαμηλή ανάπτυξη και δημοσιονομικές και εξωτερικές πιέσεις. Το 1976 έφτασε σε κρίση ισοζυγίου πληρωμών και εφαρμόστηκαν περιοριστικά μέτρα στο πλαίσιο συμφωνίας με το ΔΝΤ.
Το παράδοξο: ο πολύ υψηλός πληθωρισμός μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της ιστορίας.
Θα μπορούσε κάποιος να θεωρήσει ότι όσο υψηλότερες είναι οι τιμές, τόσο περισσότερο ΦΠΑ θα εισπράττει το κράτος.
Αυτό όμως δεν ισχύει χωρίς όριο.
Ο οικονομολόγος Vito Tanzi ανέδειξε ήδη από τη δεκαετία του 1970 το πρόβλημα της χρονικής καθυστέρησης μεταξύ της δημιουργίας μιας φορολογικής υποχρέωσης και της είσπραξής της.
Όταν ο πληθωρισμός γίνεται πολύ υψηλός, η αξία των χρημάτων που εισπράττει το κράτος μπορεί να έχει μειωθεί σημαντικά στο διάστημα μεταξύ της φορολογικής υποχρέωσης και της πληρωμής.
Αυτό είναι γνωστό ως Tanzi effect. Το ΔΝΤ έχει περιγράψει τον μηχανισμό ως διάβρωση της πραγματικής αξίας των φορολογικών εσόδων εξαιτίας του πληθωρισμού και των καθυστερήσεων είσπραξης.
Η εμπειρία του Ισραήλ είναι χαρακτηριστική: με πολύ υψηλό πληθωρισμό, το ΔΝΤ έχει επισημάνει ότι η συνολική επίδραση της πληθωριστικής χρηματοδότησης στα πραγματικά φορολογικά έσοδα μπορεί να γίνει αρνητική.
Έτσι προκύπτει μια οικονομική αντίφαση:
Στην αρχή, η άνοδος των τιμών μπορεί να αυξάνει τα ονομαστικά έσοδα από τον ΦΠΑ. Σε πολύ υψηλό πληθωρισμό, όμως, η πραγματική αξία των φορολογικών εσόδων μπορεί να αρχίσει να διαβρώνεται, ενώ μπορεί να επηρεαστεί αρνητικά και η φορολογική βάση.
Τι σημαίνουν τελικά τα ελληνικά πλεονάσματα;
Τα σημερινά ελληνικά πλεονάσματα δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως αποτέλεσμα «της ακρίβειας» ούτε ως αποτέλεσμα «του ΦΠΑ».
Τα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών δείχνουν ότι στο επτάμηνο του 2026 υπήρξε υπέρβαση έναντι του στόχου τόσο στον ΦΠΑ όσο και σε άλλες φορολογικές κατηγορίες. Τα έσοδα από φόρους εισοδήματος, για παράδειγμα, ανήλθαν σε 15,073 δισ. ευρώ, 294 εκατ. ευρώ πάνω από τον στόχο.
Παράλληλα, ο ΟΟΣΑ προβλέπει για την Ελλάδα σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα το 2026 και το 2027.
Άρα η εικόνα είναι πιο σύνθετη από το σχήμα «ακρίβεια = πλεόνασμα».
Το ασφαλές οικονομικό συμπέρασμα είναι το εξής:
Οι υψηλότερες τιμές μπορούν να αυξήσουν τα ονομαστικά έσοδα από τον ΦΠΑ, επειδή ο φόρος υπολογίζεται πάνω στην αξία των συναλλαγών. Αυτό μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση των δημοσιονομικών αποτελεσμάτων. Δεν σημαίνει όμως ότι το κράτος γίνεται αντίστοιχα πλουσιότερο σε πραγματικούς όρους.
Και υπάρχει ένα όριο.
Όταν ο πληθωρισμός γίνει υπερβολικά υψηλός, μπορεί να αρχίσει να υπονομεύει τη φορολογική βάση, την αγοραστική δύναμη και την πραγματική αξία των φορολογικών εσόδων.
Γι’ αυτό και η πραγματική εικόνα μιας οικονομίας δεν κρίνεται μόνο από το πόσα ευρώ εισπράττει το κράτος.
Κρίνεται από το πόσο αυξάνεται η πραγματική παραγωγή, η παραγωγικότητα και το πραγματικό εισόδημα των πολιτών σε σχέση με την αύξηση των τιμών.
Και αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο ερώτημα πίσω από τα σημερινά ελληνικά πλεονάσματα:
πόσο από την αύξηση των κρατικών εσόδων αντιστοιχεί σε πραγματική οικονομική ανάπτυξη και πόσο σε μια οικονομία όπου οι ίδιες συναλλαγές γίνονται απλώς ακριβότερες;

