Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σήμερα μπροστά σε ένα παράδοξο: οι δημοσιονομικοί δείκτες βελτιώνονται, το δημόσιο χρέος υποχωρεί και τα φορολογικά έσοδα ξεπερνούν τους στόχους, την ώρα που το κόστος ζωής εξακολουθεί να πιέζει την καθημερινότητα των νοικοκυριών.
Η αντίφαση αυτή δεν είναι απαραίτητα πραγματική. Μπορούν να συνυπάρχουν ισχυρά δημόσια οικονομικά και μειωμένη αγοραστική άνεση για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι ακριβώς βρίσκεται πίσω από αυτή την εικόνα: πόσο συμβάλλουν οι υψηλές τιμές στα φορολογικά έσοδα, ποιοι υφίστανται τη μεγαλύτερη πίεση και κατά πόσο η δημοσιονομική υπεραπόδοση επιστρέφει στην οικονομία.
Ο πληθωρισμός δεν έχει εξαφανιστεί
Η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού από τα υψηλά επίπεδα της προηγούμενης περιόδου δεν σημαίνει ότι οι τιμές επέστρεψαν στα προηγούμενα επίπεδα.
Αυτό είναι μία από τις σημαντικότερες παρανοήσεις γύρω από την ακρίβεια.
Όταν ο πληθωρισμός πέφτει από το 6% στο 3%, οι τιμές εξακολουθούν να αυξάνονται. Απλώς αυξάνονται πιο αργά.
Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ετήσιο πληθωρισμό 4,4% τον Ιούνιο του 2026 με βάση τον εθνικό Δείκτη Τιμών Καταναλωτή. Ο εναρμονισμένος δείκτης, που χρησιμοποιείται για τις συγκρίσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, διαμορφώθηκε στο 3,9%. ΕΛΣΤΑΤ
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει μέσο εναρμονισμένο πληθωρισμό 3,7% για το σύνολο του 2026, πριν από αποκλιμάκωση στο 2,4% το 2027. Ευρωπαϊκή Επιτροπή — Economic Forecast for Greece
Ακόμη και εάν η πρόβλεψη αυτή επιβεβαιωθεί, δεν σημαίνει ότι οι τιμές θα επιστρέψουν στα επίπεδα του 2021 ή του 2022. Σημαίνει ότι θα συνεχίσουν να αυξάνονται, αλλά με βραδύτερο ρυθμό.
Και αυτό εξηγεί γιατί η αίσθηση της ακρίβειας μπορεί να παραμένει έντονη ακόμη και όταν οι τίτλοι μιλούν για «αποκλιμάκωση του πληθωρισμού».
Το πραγματικό κόστος φαίνεται στο καλάθι της κατανάλωσης
Ένας ενδεικτικός τρόπος να φανεί η συσσωρευμένη επίδραση των αυξήσεων είναι τα στοιχεία της Circana για την αγορά ταχυκίνητων καταναλωτικών προϊόντων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της εταιρείας, ένα σύνθετο καλάθι που περιλαμβάνει 60 βασικές κατηγορίες επώνυμων προϊόντων FMCG κόστιζε το πρώτο τρίμηνο του 2026 περίπου 212,06 ευρώ, έναντι 181,97 ευρώ το 2021.
Η σωρευτική αύξηση φτάνει έτσι περίπου το 16,5%. Στοιχεία Circana για την αγορά FMCG
Το στοιχείο χρειάζεται προσεκτική ανάγνωση. Δεν πρόκειται για το «μέσο καλάθι» μιας ελληνικής οικογένειας, αλλά για έναν συγκεκριμένο δείκτη της αγοράς FMCG.
Είναι όμως χρήσιμος για να κατανοήσουμε κάτι πολύ σημαντικό: η σημερινή ακρίβεια είναι σε μεγάλο βαθμό σωρευτική.
Ένα προϊόν που αυξήθηκε κατά 5% μία χρονιά και κατά 4% την επόμενη δεν επιστρέφει στην αρχική του τιμή όταν ο πληθωρισμός πέσει.
Η νέα, υψηλότερη τιμή γίνεται η βάση πάνω στην οποία εφαρμόζεται ο επόμενος ρυθμός αύξησης.
Ποιοι πληρώνουν περισσότερο την ακρίβεια
Η αύξηση του κόστους ζωής δεν έχει την ίδια επίδραση σε όλα τα εισοδήματα.
Ένα νοικοκυριό με υψηλό εισόδημα μπορεί να απορροφήσει ευκολότερα μια αύξηση στις τιμές των τροφίμων ή της ενέργειας. Για ένα νοικοκυριό με περιορισμένο διαθέσιμο εισόδημα, η ίδια αύξηση μπορεί να σημαίνει περικοπή άλλων δαπανών.
Η διαφορά βρίσκεται στη δομή της κατανάλωσης.
Όσο μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος κατευθύνεται σε:
- τρόφιμα,
- στέγαση,
- ηλεκτρική ενέργεια,
- καύσιμα,
- μεταφορές,
- βασικές υπηρεσίες,
τόσο μικρότερο είναι το περιθώριο προσαρμογής.
Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους ο μέσος πληθωρισμός δεν αποτυπώνει πάντα την προσωπική εμπειρία κάθε οικογένειας.
Ένα νοικοκυριό που δαπανά μεγάλο ποσοστό του εισοδήματός του σε τρόφιμα και ενέργεια μπορεί να βιώνει πολύ εντονότερη πίεση από ένα άλλο νοικοκυριό με διαφορετική καταναλωτική σύνθεση, ακόμη και αν και τα δύο αντιμετωπίζουν τον ίδιο επίσημο πληθωρισμό.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι το ενεργειακό σοκ επηρεάζει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και περιορίζει την αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης. Ευρωπαϊκή Επιτροπή — Greece Economic Forecast
Ο «ΦΠΑ της ακρίβειας»
Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο ενδιαφέρουσα δημοσιονομική διάσταση της υπόθεσης.
Ο ΦΠΑ είναι αναλογικός φόρος. Αυτό σημαίνει ότι, όταν η φορολογητέα αξία μιας συναλλαγής αυξάνεται, αυξάνεται και το ποσό του ΦΠΑ που αντιστοιχεί σε αυτήν.
Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα.
Ένα προϊόν κοστίζει 10 ευρώ προ ΦΠΑ και ο συντελεστής είναι 24%.
Ο ΦΠΑ είναι:
10 × 24% = 2,40 ευρώ.
Εάν η τιμή αυξηθεί στα 12 ευρώ:
12 × 24% = 2,88 ευρώ.
Ο φορολογικός συντελεστής δεν άλλαξε.
Το κράτος όμως εισπράττει 0,48 ευρώ περισσότερο από τη συγκεκριμένη συναλλαγή.
Αυτός είναι ο μηχανισμός που συχνά αποκαλείται δημοσιογραφικά «ΦΠΑ της ακρίβειας».
Δεν πρόκειται για νέο φόρο. Δεν πρόκειται για αύξηση του συντελεστή.
Είναι η αυτόματη αύξηση του ονομαστικού ποσού του φόρου όταν αυξάνεται η φορολογητέα αξία.
Όμως υπάρχει μια κρίσιμη προϋπόθεση
Ο μηχανισμός λειτουργεί πλήρως μόνο εφόσον η κατανάλωση δεν μειωθεί σημαντικά.
Εάν ένα προϊόν από 10 ευρώ γίνει 12 ευρώ αλλά οι καταναλωτές αγοράζουν πολύ λιγότερες ποσότητες, η αύξηση του ΦΠΑ ανά μονάδα μπορεί να αντισταθμιστεί από τη μείωση των συναλλαγών.
Γι’ αυτό θα ήταν λάθος να πούμε ότι «ο πληθωρισμός χρηματοδοτεί το κράτος».
Πιο ακριβές είναι να πούμε ότι:
η άνοδος των ονομαστικών τιμών μπορεί να αυξήσει τα έσοδα από τον ΦΠΑ, όταν η κατανάλωση παραμένει ισχυρή.
Τα φορολογικά έσοδα ξεπερνούν τους στόχους
Η δημοσιονομική εικόνα της Ελλάδας είναι πράγματι ιδιαίτερα ισχυρή.
Τα στοιχεία του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για την εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού στο πρώτο εξάμηνο του 2026 δείχνουν σημαντική υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων. Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών — Εκτέλεση Προϋπολογισμού Ιανουαρίου–Ιουνίου 2026
Το πρωτογενές αποτέλεσμα του κρατικού προϋπολογισμού διαμορφώθηκε σε πλεόνασμα περίπου 4,5 δισ. ευρώ, έναντι σημαντικά χαμηλότερου στόχου.
Τα φορολογικά έσοδα κινήθηκαν επίσης πάνω από τις αρχικές προβλέψεις.
Όμως εδώ χρειάζεται να αποφύγουμε ένα εύκολο συμπέρασμα:
δεν σημαίνει ότι το πλεόνασμα δημιουργήθηκε από την ακρίβεια.
Τα δημόσια έσοδα επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες:
- την ονομαστική οικονομική ανάπτυξη,
- την ιδιωτική κατανάλωση,
- τον πληθωρισμό,
- την απασχόληση και τους μισθούς,
- τον τουρισμό,
- τη φορολογική συμμόρφωση,
- τις ηλεκτρονικές συναλλαγές,
- τις έκτακτες εισπράξεις,
- αλλά και τις μεταβολές στις δημόσιες δαπάνες.
Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει τον ρόλο της βελτίωσης της φορολογικής συμμόρφωσης στην ενίσχυση των φορολογικών εσόδων της Ελλάδας. Ευρωπαϊκή Επιτροπή — Greece Economic Forecast
Επομένως, η εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη από το απλό σχήμα:
ακρίβεια → ΦΠΑ → πλεόνασμα.
Το δημοσιονομικό παράδοξο
Και εδώ εμφανίζεται το πραγματικό οικονομικό παράδοξο.
Από τη μία πλευρά:
υψηλότερες τιμές → μεγαλύτερη φορολογητέα αξία → δυνητικά υψηλότερος ΦΠΑ.
Από την άλλη:
υψηλότερες τιμές → μικρότερη πραγματική αγοραστική δύναμη → πιθανή μείωση της κατανάλωσης.
Οι δύο επιδράσεις λειτουργούν ταυτόχρονα.
Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει ένα σημείο πέρα από το οποίο η ακρίβεια δεν είναι απαραίτητα δημοσιονομικά «καλή» ούτε για το κράτος.
Εάν η αύξηση των τιμών γίνει τόσο έντονη ώστε να περιορίσει σημαντικά την κατανάλωση, την οικονομική δραστηριότητα και την ανάπτυξη, τότε μπορεί να περιοριστεί και η φορολογική βάση.
Γι’ αυτό η σχέση πληθωρισμού και φορολογικών εσόδων δεν είναι γραμμική.
Ποιος είναι τελικά ο «κερδισμένος»;
Η απάντηση δεν είναι τόσο απλή όσο θα υπέθετε ένας τίτλος τύπου «το κράτος κερδίζει από την ακρίβεια».
Το Δημόσιο μπορεί να ωφελείται βραχυπρόθεσμα σε ονομαστικούς όρους από υψηλότερες τιμές, ιδιαίτερα μέσω του ΦΠΑ, εφόσον η κατανάλωση παραμένει ισχυρή.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το κράτος αποκομίζει καθαρό οικονομικό όφελος από τον πληθωρισμό.
Παράλληλα αυξάνονται και οι ανάγκες για κοινωνική στήριξη, ενεργειακές παρεμβάσεις και ενισχύσεις, ενώ η μειωμένη αγοραστική δύναμη μπορεί να επηρεάσει την κατανάλωση και την ανάπτυξη.
Ακόμη και για τις επιχειρήσεις, η εικόνα δεν είναι ενιαία.
Μια επιχείρηση μπορεί να αυξήσει τις τιμές της, αλλά εάν οι καταναλωτές περιορίσουν τις αγορές τους, τα συνολικά της έσοδα και κέρδη δεν αυξάνονται κατ’ ανάγκη.
Για να πούμε ότι συγκεκριμένοι κλάδοι είναι καθαροί «κερδισμένοι», χρειάζονται στοιχεία για πωλήσεις, περιθώρια κέρδους, κόστος και μερίδια αγοράς.
Η δημοσιονομική εικόνα παραμένει ισχυρή
Παρά την πίεση στο κόστος ζωής, η Ελλάδα βρίσκεται σε πολύ διαφορετική δημοσιονομική θέση σε σχέση με την περίοδο της κρίσης χρέους.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ανάπτυξη 1,8% το 2026 και 1,6% το 2027.
Παράλληλα, προβλέπει δημοσιονομικό πλεόνασμα γενικής κυβέρνησης 0,8% του ΑΕΠ το 2026 και 0,6% το 2027. Ευρωπαϊκή Επιτροπή — Greece Economic Forecast
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η πορεία του χρέους.
Το δημόσιο χρέος προβλέπεται να μειωθεί από 146,1% του ΑΕΠ το 2025 σε 140,7% το 2026 και 134,4% το 2027. Ευρωπαϊκή Επιτροπή — Greece Economic Forecast
Αυτά είναι σημαντικά στοιχεία.
Δεν σημαίνουν όμως ότι η βελτίωση των δημόσιων οικονομικών μετατρέπεται αυτόματα σε αντίστοιχη βελτίωση της καθημερινής οικονομικής κατάστασης όλων των πολιτών.
Η πραγματική εικόνα: δύο οικονομίες ταυτόχρονα
Ίσως αυτή να είναι η πιο ακριβής περιγραφή της σημερινής Ελλάδας.
Η μία οικονομία είναι η μακροοικονομική.
Έχει ανάπτυξη, πρωτογενή πλεονάσματα, αυξημένα φορολογικά έσοδα και πτωτική πορεία του χρέους.
Η άλλη είναι η οικονομία του νοικοκυριού.
Εκεί μετράει πόσα χρήματα απομένουν μετά το ενοίκιο, το σούπερ μάρκετ, το ρεύμα, τα καύσιμα και τις υπόλοιπες βασικές ανάγκες.
Οι δύο εικόνες μπορούν να απέχουν σημαντικά.
Και αυτή ακριβώς η απόσταση εξηγεί γιατί η οικονομία μπορεί να εμφανίζει θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες και ταυτόχρονα η ακρίβεια να παραμένει ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα για τους πολίτες.
Το κρίσιμο ερώτημα για την επόμενη περίοδο
Το πραγματικό στοίχημα δεν είναι πλέον μόνο να αυξάνονται τα φορολογικά έσοδα ή να μειώνεται το δημόσιο χρέος.
Είναι να μεταφράζεται η δημοσιονομική σταθερότητα σε πραγματική βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος.
Εάν ο πληθωρισμός συνεχίσει να υποχωρεί, οι μισθοί αυξάνονται ταχύτερα από τις τιμές και η ανάπτυξη παραμένει ισχυρή, η αγοραστική δύναμη μπορεί σταδιακά να ανακάμψει.
Εάν όμως οι τιμές βασικών αγαθών και υπηρεσιών παραμείνουν επίμονα υψηλές, ένα μέρος των νοικοκυριών θα συνεχίσει να αισθάνεται ότι η οικονομική ανάκαμψη δεν έχει φτάσει ακόμη στο πορτοφόλι του.
Και αυτή είναι ίσως η ουσία της ελληνικής οικονομικής πραγματικότητας το 2026:
Η Ελλάδα μπορεί να κερδίζει τη μάχη των δημοσιονομικών αριθμών, χωρίς να έχει κερδίσει ακόμη τη μάχη της καθημερινής αγοραστικής δύναμης.
